Οθωμανική περίοδος, 19ος αιώνας

Οθωμανική περίοδος

Τα Κουμουτζηνά ή Κομοτηνά καταλήφθηκαν από τον Οθωμανό πασά Γαζή Εβρενός το 1363, σηματοδοτώντας την έναρξη της μακραίωνης περιόδου της Τουρκοκρατίας. Η πόλη αποτέλεσε την πρώτη έδρα του Γαζή Εβρενός και απέκτησε φήμη χάρη στο τέμενος με το Ιμαρέτ (πτωχοκομείο) (1370-1380) το οποίο έχτισε.

Η Οθωμανική επικράτηση οδήγησε πολλές οικογένειες Κομοτηναίων στο να διαφύγουν στην Ήπειρο όπου και ίδρυσαν το χωριό Κουμουτζάδες (σημερινός Αμμότοπος Άρτας). Καταδιωκόμενοι κι εκεί, αρκετοί προσέφυγαν στα Τρόπαια Γορτυνίας. Οι δεσμοί μεταξύ των κατοίκων της Κομοτηνής, του Αμμοτόπου και των Τροπαίων διατηρούνται ως σήμερα. Η Κομοτηνή ήταν έδρα του ομωνύμου καζά και από το 1867 του ομωνύμου σαντζακίου, ενώ με την καθιέρωση των βιλαετίων εντάχθηκε σε αυτό της Αδριανουπόλεως. Σε αυτή την περίοδο επεκτάθηκε και εκτός των τειχών. Το 1452-5 είχε 511 εστίες από τις οποίες η πλειοψηφία 422 εστιών ήταν μουσουλμανικές και αποτελούσε το μεγαλύτερο πληθυσμιακό κέντρο στην περιοχή Ο Γάλλος περιηγητής Πιέρ Μπελόν αναφέρει γύρω στα 1540, ότι κατοικείτο από Έλληνες και λίγους Τούρκους. Από τον 16ο αιώνα σχηματίστηκε σε αυτή εβραϊκή κοινότητα, η οποία αποτελούνταν από Σεφαραδίτες Εβραίους που ασχολούνταν με το εμπόριο υφασμάτων, μεταξιού και μαλλιού. Το 1585 η μουσουλμανική κοινότητα της Κομοτηνής ίδρυσε το ιεροσπουδαστήριο (μεντρεσέ) του Γενί τζαμιού που είχε τότε δύναμη 104 μαθητών και 19 δωμάτια. Ο Οθωμανός περιηγητής του 17ου αιώνα Εβλιγιά Τσελεμπή περιγράφει το φρούριο της ως μια στέρεη κατασκευή από τούβλα και πέτρες το οποίο κατοικείτο από πολλούς Εβραίους. Από την Κομοτηνή προερχόταν ο αλβανικής καταγωγής Νασούχ πασάς (τουρκ. Gümülcineli Damat Nasuh Paşa), Μεγάλος Βεζίρης (5/8/1611 - 17/10/1614) και σύζυγος της Αϊσέ σουλτάν, κόρης του Σουλτάνου Αχμέτ του Α'.

19ος αιώνας

Ο Άγγλος περιηγητής Έντουαντ Ντάνιελ Κλάρκε αναφέρει ότι το 1801 η Gymmergine είχε χίλιες εστίες, εκ των οποίων οι τετρακόσιες ανήκαν σε Έλληνες, εξήντα σε Εβραίους, δεκαπέντε σε Αρμένιους και πεντακόσιες είκοσι πέντε σε Τούρκους. Κατά την Οθωμανική απογραφή του 1831 στη Γκιουμουλτζίνα υπήρχαν 37.568 κάτοικοι από τους οποίους οι 30.517 ήταν μουσουλμάνοι, οι 1.712 τσιγγάνοι και οι υπόλοιποι 5.339 ήταν χριστιανοί, χωρίς να αναφέρονται στοιχεία για Εβραίους και Αρμένιους.

Κατά την Επανάσταση του 1821, σπουδαία ήταν η προσφορά των Κομοτηναίων με κυριότερους αγωνιστές, τον μετέπειτα μητροπολίτη Ιωαννίκιο, τον Αγγελή Κίρζαλη και το λοχαγό Σταύρο Κομπένο, μέλη της Φιλικής Εταιρείας. Στα μέσα του 18ου αιώνα εμφανίστηκαν στην πόλη Αρμένιοι κάτοικοι, ενώ στις 25 Νοεμβρίου του 1834 εγκαινιάστηκε ο Αρμένικος Ναός, αφιερωμένος στον Άγιο Γρηγόριο τον Φωτιστή (Αρμενική γλώσσα: Σουρπ Κρικόρ Λουσαβορίτς), ο οποίος υπαγόταν διοικητικά στην αρχιεπισκοπή Ανδριανούπολης. Ο ναός χτίστηκε σε οικόπεδο της αρμένικης κοινότητας και σήμερα σώζεται η κτητορική επιγραφή όπου αναγράφεται το έτος κατασκευής και το ποσό που χρησιμοποιήθηκε για την ανέγερση του . Η εκκλησία παραδοσιακά τιμά και τον Άγιο Ιάκωβο.

Στα μέσα του 19ου αιώνα εγκαταστάθηκαν σε αυτή πολλοί Εβραίοι μετανάστες από την Αδριανούπολη και την Θεσσαλονίκη. Ανάμεσα τους ήταν άνθρωποι που ασχολούντο με χονδρεμπόριο καπνών και σιτηρών, καθώς και με τραπεζικές εργασίες. Η κοινότητα των Εβραίων βρισκόταν ανάμεσα στα τείχη του Βυζαντινού Φρουρίου και η συνοικία ονομαζόταν Εβραγιά. Η συνοικία περιελάμβανε και την εβραϊκή Συναγωγή, η οποία χτίστηκε την ίδια περίοδο και λειτουργούσε μέχρι την έναρξη της Κατοχής.

Η οικονομική ανάπτυξη στα τέλη του 19ου αιώνα

Η Κομοτηνή αποτέλεσε την έδρα του σαντζακίου της Γκιουμουλτζίνας που ιδρύθηκε το 1867. Τις επόμενες δεκαετίες αναπτύχθηκε οικονομικά λόγω της επεξεργασίας και του εμπορίου καπνού και οι Έλληνες, όντες ευνοημένοι από τα σύγχρονα μεταρρυθμιστικά μέτρα υπέρ της ανεξιθρησκείας, έθεσαν την οικονομική της δραστηριότητα υπό τον πλήρη έλεγχό τους. Εκείνη την περίοδο χτίστηκαν πολλά από τα αρχοντικά που κοσμούν σήμερα τους δρόμους της, όπως αυτά του Στάλιου, του Μαλλιόπουλου και του Πεΐδη (σήμερα στεγάζεται το Λαογραφικό Μουσείο). Μετά τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1877-1878, κύμα Τούρκων προσφύγων συνέρευσε στην Κομοτηνή. Την περίοδο εκείνη λόγω της έξαρσης του Βουλγαρικού εθνικισμού, η περιοχή δέχεται έντονες πιέσεις από τη Βουλγαρική πλευρά. 

Το 1880 λειτουργούσαν στην πόλη Παρθεναγωγείο και Αστική Σχολή Αρρένων, το λεγόμενο "Σχολαρχείο". Το 1885 ιδρύθηκε ο πολιτιστικός σύλλογος "Ομόνοια" ο οποίος ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα στην τοπική πνευματική ζωή, διοργανώνοντας θεατρικές παραστάσεις και συναυλίες. Εκείνη την περίοδο αναδείχθηκαν μεγάλοι ευεργέτες, όπως μεταξύ άλλων ο Νέστωρ Τσανακλής, που με δωρεά του ανεγέρθηκε η Τσανάκλειος Σχολή και ο Δημήτριος Σίντος. Σημαντικές μορφές των γραμμάτων που γεννήθηκαν στην Κομοτηνή ήταν ο ιατρός και καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Αλέξανδρος Συμεωνίδης και η δασκάλα και ιατρός Βικτωρία Μαργαριτοπούλου, μία από τις πρώτες Ελληνίδες ιατρούς.

Το 1894 ιδρύθηκε στην πόλη το ιεροσπουδαστήριο (μεντρεσές) Κιρ Μαχαλέ (τουρκ. kirmahalle < kir, βρωμιά) στην περιοχή βορείως του κέντρου από τη μουσουλμανική κοινότητα. Η Εβραϊκή κοινότητα το 1889 ίδρυσε ένα αρρεναγωγείο και στην συνέχεια ένα παρθεναγωγείο το 1900. Το 1900 αριθμούσε 1.200 μέλη και το 1910 ιδρύεται το μεικτό σχολείο Alliance Israelite Universelle μετά από ένωση του αρρεναγωγείου και παρθεναγωγείου. Στο σχολείο αυτό διδασκόταν η ελληνική, η γαλλική και η εβραϊκή γλώσσα. Επειδή το σχολείο φημιζόταν για την πειθαρχία και την εκμάθηση της γαλλικής γλώσσας σε αυτό φοιτούσε επίσης και ένας μικρός αριθμός Ελλήνων, Αρμενίων, και μουσουλμάνων μαθητών. Έκλεισε το 1940 και σήμερα στο χώρο αυτό στεγάζεται το 7ο Δημοτικό σχολείο Κομοτηνής. Στο τέλος του 19ου αιώνα ήταν εγκατεστημένοι σε αυτή 210-265 Αρμένιοι, σύμφωνα με τον εμπορικό οδηγό Annuaire Orientale du Commerce. Λίγο πριν το τέλος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, κοντά στο 1900, υπήρχαν 2.110 εστίες από τις οποίες η πλειοψηφία 1.450 εστιών ήταν μουσουλμανικές, με εκατό να ανήκουν σε μουσουλμάνους τσιγγάνους, 500 ήταν ορθόδοξες και παράλληλα υπήρχαν 100 Εβραϊκές και 60 Αρμένικες. Οι χριστιανοί ορθόδοξοι έμεναν στην συνοικία Βαρόσι (τουρκ. varoş, προάστιο) και στη συνοικία Αγίου Γεωργίου και οι Εβραίοι στην περιοχή του Φρουρίου. Στις αρχές του 20ού αιώνα εγκαταστάθηκαν σε αυτή μουσουλμάνοι πρόσφυγες από την Ανατολική Ρωμυλία και τη Βοσνία, και ο μουσουλμανικός πληθυσμός υπερτερούσε στην ευρύτερη περιοχή του σαντζακίου.

 

Πηγή: Βικιπαίδεια